Σελίδες

Κυριακή 20 Ιουλίου 2008

Σελίδες πολέμου: οδοιπορικό μνήμης ΕΛΔΥΚ - 1974


Λένε ότι ο χρόνος κλείνει τις πληγές, αυτές όμως υπάρχουν και οι άσχημες μνήμες παραμένουν ανεξίτηλες και βασανιστικές.

Κι όμως δε θέλω να ξεχάσω. Θέλω να θυμάμαι πάντα όλα όσα έζησα τις μέρες εκείνες. Το θεωρώ κάτι και σαν χρέος απέναντι σε εκείνους που δεν επέστρεψαν μαζί μας στην Ελλάδα.

Ακουμπισμένος στην πρύμνη του καραβιού, κοιτώ και αποχαιρετώ το νησί που με «φιλοξένησε» έναν ολόκληρο χρόνο, την πανέμορφη Κύπρο, το νησί της Αφροδίτης, που ομολογουμένως διαθέτει μύριες ομορφιές. Κοιτώ τη στεριά που σιγά-σιγά χάνεται στον ορίζοντα και ο νους μου γυρίζει πίσω. Τότε, στην αρχή της στρατιωτικής μου θητείας, στα γεγονότα που με έφεραν εδώ, στην Κύπρο, όπου υπηρέτησα ένα χρόνο.

Στα 20 μου χρόνια, στο κάλεσμα της πατρίδας παρουσιάστηκα στις 26-7-1972 στο Μεσολόγγι, στο Κέντρο Εκπαίδευσης Νεοσυλλέκτων, 12ο Σύνταγμα Πεζικού, με ειδικότητα τυφεκιοφόρος-ναρκαλλιευτής. Μετά το τέλος της βασικής εκπαίδευσης, 15-10-72, μετατέθηκα στο Σιδηρόκαστρο, στο 566 Τάγμα Πεζικού. Ήμουν αρκετά κοντά στο χωριό μου και θα μπορούσα να εκμεταλλευτώ κάποιες ολιγοήμερες άδειες.

Οι μέρες περνούσαν χωρίς κανένα πρόβλημα και εγώ διακρινόμουν για τη συνέπεια, την εργατικότητα, την προθυμία και την ικανότητά μου. Έκανα το καθήκον μου στο έπακρον και δεν διαμαρτυρόμουν ποτέ για τίποτα. Έτσι δεν πέρασα απαρατήρητος από το διοικητή του τάγματος Κατσακάκη Πάριο. Μια Κυριακή κάλεσε εμένα και 5-6 άλλα άτομα στο γραφείο του. Οι ερωτήσεις που μας έκανε αφορούσαν την οικογενειακή μας κατάσταση και αν επιθυμούσαμε να πάμε να υπηρετήσουμε στην Κύπρο. Η δική μου απάντηση ήταν αντάξια του πατριωτισμού μου. «Θα παω, κύριε διοικητά, όπου με στείλει η Πατρίδα».

Έφυγα από το Σιδηρόκαστρο στις 24-6-1973 και πήγα στο Λουτράκι, στη Σχολή Μηχανικού, για 20 μέρες. Ο χρόνος κύλησε γρήγορα και ήρθε η ώρα που θα μας μετέφεραν στην Κύπρο. Στις 16-7-1973 ήρθε το αρματαγωγό «Ρόδος», μας παρέλαβε από την παραλία των Κεχρεών της Κορίνθου και μας μετέφερε σε δυο ημέρες στην Κύπρο, στο λιμάνι της Αμμοχώστου. Κατά την αποβίβασή μας από το πλοίο αντιληφθήκαμε πως μας μετρούσαν οι Τουρκοκύπριοι, που μας παρατηρούσαν με κιάλια από μακριά. Ο αριθμός των Ελλήνων στρατιωτών στο νησί ήταν καθορισμένος από διεθνείς συνθήκες και συμφωνίες και δεν έπρεπε να παραβιασθεί.

Επιβιβαστήκαμε σε στρατιωτικά οχήματα και σύντομα βρεθήκαμε στη Λευκωσία, στο στρατόπεδο της ΕΛΔΥΚ. Ο λόχος που με τοποθέτησαν ήταν ο 6ος. Βρισκόμουν σε χώρα Ελληνική αλλά με πλήθος Τουρκοκύπριων. Μας χώριζαν πολλά: θρησκεία, έθνος, ήθη, έθιμα, αλλά μας ένωναν και πολλά: η Κύπρος, νεαρή ηλικία, αγάπη για τη ζωή. Οι σχέσεις μας με τους Τούρκους της ΤΟΥΡΔΥΚ ήταν ειρηνικές και φιλικές. Τότε, εκείνο το διάστημα, δεν είχαμε να μοιράσουμε τίποτα. Υπήρχε η νεκρά ζώνη των 20 μέτρων και ο καθένας ζούσε στο δικό του τόπο.

Η καθημερινή μας εκπαίδευση ήταν πολύ σκληρή και η πειθαρχία απαραίτητη για την ύπαρξή μας ως στρατός. Εγώ δεν είχα κανένα πρόβλημα προσαρμογής. Ήμουν μαθημένος να εκτελώ με προθυμία διαταγές ανωτέρων, που το θεωρούσα καθήκον μου και να εργάζομαι ασταμάτητα. Ήμουν συνεπής στην εκτέλεση των υποχρεώσεών μου και ποτέ δεν τις απέφευγα. Όλη αυτή η στάση μου και ο χαρακτήρας μου δεν πέρασαν απαρατήρητα. Μετά από παραμονή 6 μηνών στο στρατόπεδο, μου δόθηκε τιμητική άδεια 10 ημερών, ως συνεπέστερου στρατιώτη του λόχου. Έτσι βρέθηκα για λίγες ημέρες στο χωριό μου, είδα τους δικούς μου και πήρα κουράγιο για το λίγο της θητείας που μου απέμεινε.

Αλίμονο! Ενώ εγώ μετρούσα μέρες απόλυσης, η τύχη μού τα έφερε τελείως διαφορετικά τα πράγματα! Αυτά που επρόκειτο να περάσω δεν μπορούσα ούτε να τα φανταστώ!...

Κατά την επιστροφή μου στο νησί με περίμενε ένα ευχάριστο γεγονός. Ύστερα από πρόταση του λοχαγού μου Αρώνη Σπυρίδωνα, πήρα μετάθεση στην Ελληνική Πρεσβεία. Εκεί παρέμεινα τους τελευταίους 6 μήνες εκτελώντας χρέη κομιστή-αγγελιοφόρου. Αυτό το χρονικό διάστημα ήταν το καλύτερο της θητείας μου. Η ζωή μου ήταν άνετη, ανθρώπινη, χωρίς ασκήσεις και πίεση. Έκανα μια σπουδαία γνωριμία με την κυρία Μπάρλα Ευαγγελία, που εργαζόταν τότε στην Πρεσβεία. Η αγάπη και εκτίμηση ήταν αμοιβαία και πολύ γρήγορα αποδείχθηκε πως ένας καλός φίλος σε ξένο μέρος είναι θείο δώρο. Μέσα στις φλόγες του πολέμου ήταν καθοριστικός ο ρόλος αυτής της φίλης και πολύ σημαντική η προσφορά της.

Το τέλος της στρατιωτικής μου θητείας έφτασε. Τις τελευταίες 10 ημέρες επέστρεψα στο στρατόπεδο. Ήταν το πρωί της 15ης Ιουλίου, όταν ο λοχαγός διέταξε το λόχο μας σε αναφορά με πλήρη εξάρτηση. Η διαταγή του εκτελέστηκε, αλλά όλοι ρωτούσαμε τι συμβαίνει. Οι απαντήσεις που δόθηκαν ήταν ασαφείς και καθόλου πειστικές. Παραμείναμε αρκετό διάστημα σε επιφυλακή και από κάτι πυροβολισμούς που ακούσαμε, καταλάβαμε πως κάτι άσχημο συμβαίνει. Πράγματι, το νέο μαθεύτηκε λίγο αργότερα. Η Εθνοφρουρά είχε κάνει πραξικόπημα κατά του Μακαρίου, με εντολή του Σαμψών και του Έλληνα δικτάτορα Ιωαννίδη. Ο κόσμος ανάστατος είχε κατακλύσει την Πλατεία Ελευθερίας αντιδρώντας και εμείς προσπαθούσαμε να τους καθησυχάσουμε. Τελικά ηρέμησαν τα πνεύματα και το βράδυ επιστρέψαμε στο στρατόπεδο.

19 Ιουλίου, ημέρα Παρασκευή.

Επιτέλους έφτασε η μέρα που με τόση λαχτάρα περιμένουν όλοι οι φαντάροι. Η ημέρα της απόλυσης από το στρατό. Η στρατιωτική μου θητεία έφτασε στο τέλος, η παραμονή μου στην Κύπρο έληξε και το χωριό μου, γεμάτο χαρά, με καρτερούσε. Το βράδυ της ίδιας ημέρας κάπου 600 άτομα, όλοι απολυμένοι, αφού παραδώσαμε τον οπλισμό μας, μεταφερθήκαμε στην Αμμόχωστο. Εκεί επιβιβαστήκαμε στο αρματαγωγό «Λέσβος» και ξημερώματα αποπλεύσαμε.

Η Ρόδος είχε αρχίσει να φαίνεται μπροστά μας. Ο ήλιος είχε ανέβει αρκετά ψηλά και εμείς καθισμένοι στο κατάστρωμα απολαμβάναμε το γύρω τοπίο, ακούγοντας μουσική από ένα ραδιόφωνο. Η διακοπή της μουσικής και η είδηση που ακούσαμε μας έκοψε την ανάσα. Η Τουρκία βομβάρδισε στην Κύπρο το στρατόπεδο της ΕΛΔΥΚ, επωφελούμενη από την αποχώρηση των παλιών στρατιωτών και την απειρία των νέων.

Άφωνοι κοιταζόμασταν όλοι στα μάτια έχοντας μια κοινή σκέψη. Τι θα γίνει; Τι μας περιμένει στη συνέχεια; Σε λίγο, ύστερα από διαταγές ανωτέρων, συγκεντρωθήκαμε όλοι στο κατάστρωμα, όπου κάποιος ταγματάρχης μάς ανακοίνωσε πως μπορεί να επιστρέψουμε στο νησί. Πράγματι, πολύ σύντομα πήραμε διαταγή από Πεντάγωνο για επιστροφή της ΕΛΔΥΚ στην Κύπρο. Αυτά που επακολούθησαν δημιούργησαν κλίμα πολέμου στο πλοίο. Ζητήθηκαν 30 άτομα, ανάμεσά τους κι εγώ, για να μεταφέρουν πυρομαχικά από τις αποθήκες στο κατάστρωμα. Οπλίσαμε τα πυροβόλα του καραβιού και ετοιμαστήκαμε, φορέσαμε και σωσίβια, γιατί πλησιάζαμε σε εμπόλεμη περιοχή.

Γύρω στις 8 μ.. φτάσαμε στην Πάφο, κατεβάσαμε τις βάρκες και αποβιβαστήκαμε. Συγκεντρωθήκαμε όλοι οι στρατιώτες και με στρατιωτικά οχήματα έγινε η μεταφορά μας προς τη Λευκωσία. Ο δρόμος που ακολουθήσαμε ήταν ορεινός, μέσω του όρους Τρόοδος. Όλη νύχτα μέσα στο σκοτάδι ταξιδεύαμε και ξημερώματα Κυριακής φτάσαμε κοντά στο αεροδρόμιο της Λευκωσίας, στο χωριό Γερόλακκος. Εκεί δεχτήκαμε και την πρώτη επίθεση από τουρκικά αεροπλάνα. Αμέσως σκορπίσαμε τριγύρω, για να μη γινόμαστε στόχος. Με την αποχώρηση των αεροπλάνων επιβιβαστήκαμε στα οχήματα και ξεκινήσαμε για το στρατόπεδο. Μόλις φτάσαμε, κατεβήκαμε και μας διέταξαν να πάμε στους λόχους που ανήκαμε και είχαμε αφήσει απολυόμενοι.

Μπήκα στο στρατόπεδο κατευθυνόμενος προς τον 6ο λόχο, όπου υπαγόμουν. Το θέαμα που αντίκρισα σε λίγο μου έκοψε τα πόδια. Το μεγάλο κτίριο του Διοικητηρίου καθώς και ο 6ος λόχος είχαν καταστραφεί από τους βομβαρδισμούς. Αρκετοί στρατιώτες περιφέρονταν στο χώρο και όταν τους ρώτησα τι κάνουν, μου απάντησαν πως δεν είχαν όπλα και δεν ήξεραν τι να κάνουν. Πραγματικά η κατάσταση ήταν τραγική. Πλήρης αποδιοργάνωση. Πολλοί άνθρωποι ήταν αφημένοι στην τύχη τους, χωρίς οπλισμό και απαραίτητα εφόδια μέσα στο σφοδρό βομβαρδισμό από αέρα και γη. Η ζωή μας κρεμόταν από μια κλωστή και έπρεπε να κάνουμε μόνοι μας προσπάθειες να ζήσουμε. Εγώ, ως παλιότερος και γνώστης των χώρων, πήρα πρωτοβουλίες και τους οδήγησα στην αποθήκη των όπλων. Δυστυχώς οι κινήσεις μας εντοπίσθηκαν από τα αεροπλάνα που πετούσαν πολύ χαμηλά και έτσι δεχθήκαμε την επίθεσή τους. Κρυφτήκαμε τρομαγμένοι κάτω από τα κιόσκια και περιμέναμε να απομακρυνθούν. Τρέχοντας κατευθυνθήκαμε προς την αποθήκη και αναγκαστήκαμε να σπάσουμε την πόρτα για να μπούμε μέσα. Ο οπλισμός ήταν επαρκής, εφοδιαστήκαμε με όπλα FN, που δυστυχώς όμως δεν γνωρίζαμε τη χρήση τους. Προσπαθούσαμε να την ανακαλύψουμε πυροβολώντας στον αέρα, τη στιγμή που το στρατόπεδο σειόταν από τους βομβαρδισμούς. Ήταν πράγματι τραγική η θέση μας! Παρόλα αυτά, τίποτα δε μας πτοούσε. Τρέξαμε στα ορύγματα στην πρώτη γραμμή, όπου γίνονταν σφοδρές μάχες. Εκεί ζούσαμε τον πόλεμο σε όλο του «το μεγαλείο». Ο βομβαρδισμός του στρατοπέδου ήταν ανελέητος από ξηρά και αέρα. Οβίδες μεγάλης ισχύος έπεφταν παντού σκορπίζοντας φωτιά, πανικό και θάνατο. Σε κάποιες μικρές διακοπές μάχης μάθαμε πως το πρωί η ΕΛΔΥΚ είχε καταλάβει την ΤΟΥΡΔΥΚ προς το Κιόνελι με μεγάλες απώλειες και από τις δύο πλευρές. Ήρθε όμως διαταγή οπισθοχώρησης για άγνωστη αιτία και εγκατέλειψαν τις εκεί θέσεις τους. Επέστρεψαν στο στρατόπεδο, στα ορύγματα της πρώτης γραμμής.

21 Ιουλίου 1974

Σήμερα, όλη τη μέρα δεχθήκαμε ανηλεή βομβαρδισμό και κατά τις 7 το απόγευμα επίθεση από τουρκικό τάγμα. Το στρατόπεδο ήταν στην πλαγιά ενός λόφου και έτσι εύκολα τους διακρίναμε καθώς προσπαθούσαν να μας πλησιάσουν. Όταν πλησίασαν αρκετά, ο λοχαγός μας Αρώνης Σπυρίδωνας έδωσε το σύνθημα και ανοίξαμε πυρ. Μη μπορώντας να κάνουν διαφορετικά οι Τούρκοι, τράπηκαν σε φυγή χωρίς απώλειες.

Οι ώρες περνούσαν αργά και βασανιστικά. Το σκοτάδι απλώθηκε παντού και ήταν πολύ πυκνό. Νιώθαμε τον κίνδυνο, τον αισθανόμασταν, αλλά δεν μπορούσαμε να τον εντοπίσουμε. Μπροστά στην ανησυχία και αβεβαιότητα που επικρατούσε ζήτησα από το λοχαγό να με στείλει με 3-4 άτομα για ακροαστικό φυλάκιο. Αρνήθηκε κατηγορηματικά, θεωρώντας πιο σίγουρο και ασφαλές να περιμένουμε πρώτα τις κινήσεις του εχθρού και μετά να ενεργήσουμε.

Πλησίαζαν μεσάνυχτα. Ήμουν στην πρώτη γραμμή με όλες τις αισθήσεις μου σε επιφυλακή. Ο εχθρός απέναντι στα λίγα μέτρα κάτι θα σχεδίαζε, αλλά τι να ήταν αυτό! Προσπαθούσα να μαντέψω τις κινήσεις τους, να τους εντοπίσω στο σκοτάδι. Ξαφνικά στα 5-6 μέτρα άκουσα σύρσιμο στο έδαφος. Το πυκνό σκοτάδι δεν μου επέτρεπε να δω ούτε τη μύτη μου, αλλά τα αυτιά μου συλλάβανε τον ανεπαίσθητο θόρυβο. Τινάχτηκε επάνω σαν ελατήριο και αστραπιαία έδωσα το σύνθημα. «Κυρ-λοχαγέ, Τούρκοι, αρχίσατε πυρ». Μια υβριστική φράση στα ελληνικά ακούστηκε στο σκοτάδι. Είχα χαλάσει τα σχέδιά τους, τους εντόπισα, τους πρόδωσα. Συγχρόνως όλοι αρχίσαμε να πυροβολούμε μπροστά μας στα τυφλά. Εγώ, ως αγγελιοφόρος του λοχαγού, ήμουν στην πρώτη θέση με ένα κιβώτιο χειροβομβίδες δίπλα μου. Ο τόπος σειόταν και φεγγοβολούσε, καθώς τις έριχνα ασταμάτητα. Οι πυροβολισμοί συνεχίζονταν για πολλή ώρα, γαζώναμε όλη την περιοχή. Ο λοχαγός απευθύνθηκε σε μένα και με διέταξε να πάω πίσω και να δώσω το σύνθημα «παύσατε πυρ». Στάθηκε αδύνατο να με ακούσουν, η φωνή μου χανόταν στο κροτάλισμα των όπλων. Αναγκάστηκα να πλησιάσω περισσότερο. Σύρθηκα στο έδαφος και με κίνδυνο της ζωής μου τους πλησίασα. «Είμαι ο Μίσκος, παιδιά, σταματήστε». τους φώναξα. Η φωνή μου επιτέλους ακούστηκε και οι πυροβολισμοί σταδιακά σταμάτησαν. Σε λίγο όλος ο τόπος ησύχασε και ηρέμησαν τα πάντα. Αποκαμωμένοι από την ένταση, χαλαρώναμε σιγά-σιγά, πιστεύοντας ότι δεν θα επιχειρήσουν κάτι παρόμοιο εκείνο το βράδυ.

Στο ξημέρωμα της άλλης μέρας το φως αποκάλυψε το αποτέλεσμα της νυχτερινής μάχης. Στα 5-6 μέτρα μπροστά μας είδαμε έναν Τούρκο νεκρό οπλισμένο σαν αστακό. Κρατούσε στα χέρια του έναν όλμο 81 χιλιοστών με το βλήμα ανάποδα. Είχε ακόμη πάνω του στιλέτο, χειροβομβίδες και ασύρματο. Στο βάθος, σε «δικό» τους έδαφος, κείτονταν νεκρός και άλλος Τούρκος. Αλίμονό μας αν μας έπιαναν στον ύπνο! Είχαν φτάσει πολύ κοντά στην επιτυχία της αποστολής τους αλλά τους χάλασα τα σχέδια μένοντας ξύπνιος και αφουγκραζόμενος μέσα στο σκοτάδι τα βήματά τους. Πραγματικά! Εκείνο το βράδυ γλιτώσαμε από βέβαιο θάνατο!

Προτού προλάβουμε να συνέλθουμε από τη λαχτάρα της προηγούμενης βραδιάς και να δούμε τον εαυτό μας, άρχισε ο βομβαρδισμός των στρατοπέδων. Οι όλμοι σφύριζαν πάνω από τα κεφάλια μας και έσκαζαν σε μεγάλη απόσταση. Ένας απ’ αυτούς όμως έπεσε στα πόδια μας κι εμείς έντρομοι πέσαμε στο χώμα περιμένοντας το μπαμ που θα μας έστελνε στον άλλο κόσμο. Τα 5 λεπτά που περιμέναμε κύλησαν μαρτυρικά γεμάτα φόβο και αγωνία. Ο όλμος δεν έσκασε κι εμείς με ανακούφιση σηκωθήκαμε, μη πιστεύοντας στην τύχη μας. Φαίνεται πως δεν είχε έρθει η ώρα μας ακόμη και είχαμε μπροστά μας χρόνια να ζήσουμε! Ο βομβαρδισμός συνεχίστηκε όλη τη μέρα κι εμείς παραμείναμε κρυμμένοι στα ορύγματα.

23 Ιουλίου 1974

Ξημέρωσε και η επόμενη μέρα. Προς το σούρουπο μάς μάζεψε ο διοικητής του συντάγματος και μετά το προσκλητήριο μας ανακοίνωσε πως σχεδίαζε νυχτερινή επιχείρηση για κατάληψη τουρκικού εδάφους. Η ευθύνη μιας τέτοιας απόφασης ήταν μεγάλη. Εμείς δεν μπορούσαμε να αντιδράσουμε, αλλά επενέβη ο υποδιοικητής, που θεωρώντας το εγχείρημα άκρως επικίνδυνο, προσπάθησε να το αποτρέψει. «Πού θα πάμε τα παιδιά, κύριε διοικητά, θα τα σφάξουν σαν αρνιά». Και πραγματικά, θα οδηγούμασταν σαν πρόβατα στη σφαγή, χωρίς να προσφέρουμε με αυτή τη θυσία κάτι σημαντικό. Ευτυχώς η λογική και η ψυχραιμία κυριάρχησαν και έτσι βρεθήκαμε πάλι στις θέσεις μας στα ορύγματα για άμυνα.

24 Ιουλίου 1974

Την άλλη μέρα, προς το βραδάκι, κάναμε επίθεση όλος ο λόχος προς το τουρκικό στρατόπεδο και εισχωρήσαμε σε αυτό. Δεν είχαμε δει όμως τα πολυβόλα τους, που ήταν μέσα στα σιτάρια κι έτσι, όταν πλησιάσαμε, μας άρχισαν στα διασταυρούμενα πυρά. Η θέση μας ήταν πολύ δύσκολη, ήμασταν κλεισμένοι απ’ όλες τις πλευρές. Ευτυχώς υπήρχε δίπλα μας ένα αυλάκι και έτσι μέσα απ’ αυτό ένας-ένας συρθήκαμε και απομακρυνθήκαμε. Στην οπισθοχώρηση όμως μας ακολούθησε μια ομάδα Τούρκων. Ένας απ’ αυτούς πρόλαβε το λοχία Σχινά και αρπάχτηκε μαζί του στα χέρια. Οι υπόλοιποι παρακολουθούσαμε την πάλη των δύο ανδρών χωρίς να μπορούμε να βοηθήσουμε. Τελικά ο λοχίας κατάφερε να απελευθερωθεί σπρώχνοντάς τον και όταν απομακρύνθηκε, εμείς τον πυροβολήσαμε. Φτάνοντας στα ορύγματα καλυφθήκαμε στις θέσεις μας.

25 Ιουλίου 1974

Ήρθε διαταγή να υποχωρήσει από την πρώτη γραμμή ο 6ος λόχος και να μείνει μέσα στο στρατόπεδο για ξεκούραση. Τότε ο λοχαγός μάς ανακοίνωσε πως χρειάζεται 10 άνδρες για να περισυλλέξουν τους νεκρούς που έπεσαν στις 20 Ιουλίου σε τουρκικό έδαφος. Η επιχείρηση έγινε με την επέμβαση του ΟΗΕ, γιατί οι Τούρκοι δεν δέχονταν κάτι τέτοιο. Σύντομα οι νεκροί μεταφέρθηκαν και θάφτηκαν στον τύμβο της Μακεδονίτισσας.

Από τις 27 Ιουλίου μέχρι τις 3 Αυγούστου ξεκουραστήκαμε αρκετά και ζήσαμε σαν άνθρωποι. Επειδή υπήρχε ανακωχή, δόθηκε διαταγή να βγει ο 6ος λόχος από το στρατόπεδο και να μείνει μέσα στο Κολέγιο, που ήταν απέναντι. Εκείνες ι μέρες ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσε να μας συμβεί μέσα στον πόλεμο.

Ήρθαν όμως καινούργιες διαταγές, που έλεγαν να μετακινηθούμε και να μεταφερθούμε στο ύψωμα μεταξύ Αγίου Δομετίου και Λευκωσίας, για να το φυλάξουμε από τους Τούρκους. Εδώ τα πράγματα δυσκόλεψαν. Μέναμε δίπλα στα νεκροταφεία. Την ημέρα βολευόμασταν όπως-όπως μέσα σε αυλάκια και το βράδυ φυλάγαμε το ύψωμα. Τρώγαμε μόνο μια φορά την ημέρα κι όταν πεινούσαμε, παίρναμε αυτά που άφηναν στους τάφους οι γυναίκες που τους επισκέπτονταν. Σε διπλανό σπίτι, απ’ όπου παίρναμε νερό, έμενε οικογένεια με τρία κορίτσια. Ήταν πολύ επικίνδυνο και ύστερα από δική μου παρακίνηση τα μάζεψαν και έφυγαν.

Μείναμε εκεί τέσσερις μέρες, μέχρι που ήρθε νέο σήμα για μετακίνηση. Έτσι στις 2 π.μ. ανεβήκαμε στα αυτοκίνητα χωρίς να ξέρουμε τον προορισμό μας. Τον μάθαμε καθ’ οδόν. Κατευθυνόμασταν προς τα Δασίλεια. Το ταξίδι κράτησε όλη τη νύχτα μέσα στο σκοτάδι. Ξημέρωνε, όταν φτάσαμε κατάκοποι. Εκεί που πιστεύαμε πως θα μπορούσαμε κάπου να σταθούμε, να φάμε, να πιούμε νερό, πέφτει ένας όλμος στην «καναδέζα», βυτίο με νερό, που μας ακολουθούσε. Το όχημα διαλύθηκε, αλλά η ζημιά ήταν αλλού, μείναμε χωρίς νερό μέσα στο ζεστό καλοκαίρι. Γρήγορα-γρήγορα χωριστήκαμε σε τρεις διμοιρίες και καταφύγαμε στα γύρω βουνά, όπου παραμείναμε 4-5 μέρες. Ήμασταν αποκομμένοι από τους άλλους και δεν μπορούσαν να μας φέρουν φαγητό. Έτσι η τροφή μας όλο αυτό το διάστημα ήταν χαρούπια. Αυτό όμως δεν ήταν το μοναδικό κακό. Μας κατασκόπευε συνεχώς ένα ελικόπτερο των Ηνωμένων Εθνών, ενώ οι Τούρκοι αντιλαμβάνονταν και την παραμικρή μας κίνηση. Κατά διαστήματα δεχόμασταν βομβαρδισμό από ξηρά, αέρα και θάλασσα. Έτσι δόθηκε διαταγή για οπισθοχώρηση, που πραγματοποιήθηκε μέσα στη νύχτα, με αποτέλεσμα να χαθεί μια ομάδα ανδρών.

Ξημερώματα βγήκαμε στο χωριό Αγία Μαρόνα. Στο φως της ημέρας είδαμε πως τα τουρκικά άρματα είχαν περικυκλώσει το χωριό και το βομβάρδιζαν ανηλεώς. Επειδή δεν μπορούσαμε να κάνουμε τίποτε, συνεχίσαμε την πορεία μας και βγήκαμε στο χωριό Κοκκινοτριμυθιά. Εκεί εμφανίστηκαν δυο τούρκικα αεροπλάνα και μας εντόπισαν. Γρήγορα σκορπιστήκαμε στα γύρω μέρη, γιατί μας βομβάρδιζαν συνεχώς. Σ’εκείνο το σημείο καθίσαμε μέχρι το βράδυ. Κατά τις 11 μ.μ. λάβαμε σήμα πως θα μας χτυπούσαν και γι’ αυτό έπρεπε να ειδοποιηθούν και οι άλλες δυο διμοιρίες, για να αλλάξουν πορεία. Την αποστολή αυτή ανέλαβα εγώ, μόνος μου, πιστεύοντας πως είχα καθήκον να το κάνω. Το μέρος μού ήταν άγνωστο, το σκοτάδι πηχτό και παρ’ όλες τις προσπάθειές μου, έχασα τον προσανατολισμό μου. Έμεινα στο ίδιο σημείο αρκετή ώρα, μην ξέροντας τι να κάνω. Κάποια στιγμή άκουσα βήματα, αλλά δεν τόλμησα να μιλήσω. Τα βήματα με πλησίασαν και εγώ φώναξα δυνατά «Αλτ». Απάντηση δεν πήρα. Ξαναφώναξα και η απάντηση που πήρα μου έδωσε μεγάλη ανακούφιση, ανείπωτη χαρά, μου έδωσε ζωή. «Είμαστε Έλληνες, εγώ είμαι ο Κατσέλος ο Βασίλης». Ήταν μια ομάδα ανδρών, χαμένοι και αυτοί, που περιπλανιόνταν στο σκοτάδι. Πήγα μαζί τους και όταν ξημέρωσε, βρήκαμε και τους άλλους που αγωνιούσαν για την τύχη μας. Κατευθυνθήκαμε προς το χωριό Κοκκινοτριμυθιά, όπου βρήκαμε αυτό που μας έλειπε, το νερό. Εκεί μείναμε όλη την ημέρα. Κατά το απόγευμα μαζί με τον υπολοχαγό κ. Νάκο πήγαμε να πάρουμε καρπούζια. Ανεβαίνοντας ένα ύψωμα μας εντόπισαν δύο τούρκικα αεροπλάνα. Μας έκαναν επίθεση κι εμείς πανικοβληθήκαμε. Το ύψωμα ήταν γυμνό, χωρίς κανένα θάμνο και δεν μπορούσαμε πουθενά να καλυφθούμε. Τρέχοντας από εδώ και από εκεί απομακρυνθήκαμε αρκετά ο ένας από τον άλλο και έτσι τα αεροπλάνα δεν μας βομβάρδισαν.

14 Αυγούστου 1974

Οι Τούρκοι έκαναν δεύτερη επίθεση και κατέλαβαν και το υπόλοιπο μέρος της Κύπρου. Έτσι το 37% του νησιού περιήλθε στα χέρια τους. Από τις 14 μέχρι 17 Αυγούστου εμείς, ο 6ος λόχος, κρατούσαμε άμυνα μεταξύ των χωριών Κοκκινοτριμυθιά και Παλαιομέτοχο. Στις 17 του μηνός πήραμε διαταγή να κινηθούμε προς τη Λάρνακα. Οπισθοχωρώντας φτάσαμε στο χωριό Αλεθρικό, όπου και παραμείναμε μέχρι τις 31-8-1974. Από εκεί ειδοποιηθήκαμε να πάμε για ξεκούραση στη Λεμεσό, στο στρατόπεδο της ΣΕΑΠ. Ήδη τα πράγματα είχαν ηρεμήσει και εμείς μπορούσαμε να ξεκουραστούμε και να ησυχάσουμε. Η εκπαίδευση γινόταν κανονικά, μέχρι που έφτασε η ώρα της αναχώρησης για την Ελλάδα. Συγκεντρωθήκαμε στην αναφορά Λόχου και ο διοικητής μας, ο κ. Αρώνης Σπυρίδων, αφού μας συγχάρηκε που εκτελέσαμε το καθήκον μας ως Έλληνες στρατιώτες, μας ανακοίνωσε ότι την επομένη φεύγουμε για την Ελλάδα. Η χαρά μας ήταν απερίγραπτη. Επιτέλους, μετά το φοβερό αυτό πόλεμο, τις μάχες, τους σκοτωμούς, τα βάσανα και τις ταλαιπωρίες, επιτέλους θα γυρίζαμε πίσω στα σπίτια μας και στις οικογένειές μας. Κάποιοι από εμάς έμειναν πίσω, ίσως για πάντα. Θυσίασαν τη ζωή τους στην εκτέλεση του καθήκοντος και έγιναν ήρωες. Θα θυμόμαστε πάντα αυτούς και όσα περάσαμε μαζί τους.

4 Δεκεμβρίου 1974

Επιβιβαστήκαμε στο αρματαγωγό «Λέσβος» και μετά από ταξίδι 2 ημερών, με πολύ άσχημες καιρικές συνθήκες, φτάσαμε στις Κεχρεές, στην Κόρινθο. Από εκεί πήγαμε στο Λουτράκι, στη Σχολή Μηχανικού, από όπου πήραμε και το απολυτήριο. Πολίτης πια, πήρα το δρόμο της επιστροφής στη Μακεδονία, στο χωριό μου, στους δικούς μου ανθρώπους, που τόσο πολύ μου έλειψαν όλον αυτόν τον καιρό.


ΜΙΣΚΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ
ΑΡΙΔΑΙΑ

1 σχόλιο:

  1. Σιγά μην πήγαινε ο Χριστόφιας, σε εκδήλωση για Ελλαδίτες αδελφούς μας που έδωσαν την ζωή και το αίμα τους για τη Κύπρο !!! Εδώ ακούνε Ελλάδα και Έλληνας και παθαίνουν νευρικό κλονισμό. Βλέπουν την Ελληνική σημαία και κοντεύουν να πάθουν καρδιακό. Γι' αυτό και εφήυραν την λέξη Ελληνοκύπριος αντί του Έλληνας-Κύπριος. Λες και είμαστε μπάσταρδοι σιόρ...

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.